Μια φορά κι έναν καιρό, λίγο έξω από ένα δάσος, συναντήθηκαν ένας λύκος και μια αλεπού, πεινασμένοι κι οι δυο. Ενώ διηγούνταν ο ένας στον άλλο τα βάσανά τους, πρόσεξαν λίγο μακρύτερα ένα γάιδαρο, που έτρωγε ήρεμα χορτάρι.
-Ωραίος μεζές, είπε ο λύκος. Κρίμα που είναι τόσο μεγάλο και δυνατό ζώο. Έτσι που είμαστε καταπτοημένοι από την πείνα, δε θα μπορέσουμε να τον σκοτώσουμε και να τον φάμε.
-Το πράγμα δε θέλει δύναμη αλλά πονηριά, απάντησε η αλεπού. Άκου την ιδέα μου, και η αυριανή μέρα θα μας βρει χορτάτους.
Μετά από λίγο, κι αφού έκαναν τις απαραίτητες προετοιμασίες, η αλεπού κι ο λύκος πλησίασαν το γάιδαρο.
-Μην έρχεστε κοντά, τους προειδοποίησε αυτός, γιατί θα δείτε από την καλή κι από την ανάποδη το σχήμα έχουν των οπλών μου.
- Μα τι λες, κουμπάρε, του φώναξε η αλεπού. Εμείς θέλαμε να σε καλέσουμε σε κρουαζιέρα! Δεν το ξέρεις πως είμαστε κουμπάροι;
Κολακεύτηκε ο γάιδαρος από την πρόταση κι από τη συγγένεια και τους άφησε να τον οδηγήσουν στην ακρογιαλιά, όπου τους περίμενε μια βάρκα. Γεμάτη ευγένεια η αλεπού άφησε το γάιδαρο να μπει πρώτος και μετά τον ακολούθησαν με το λύκο. Έπιασαν τα κουπιά κι άρχισαν να κωπηλατούν.
Μετά από λίγο έφτασαν σε ένα σημείο με πολύ κύμα.
-Βοήθεια, θα πνιγούμε! φώναξε ο λύκος.
-Κάποιος από τους τρεις μας έχει κάνει μεγάλες αμαρτίες, δεν εξηγείται αλλιώς, παρατήρησε η αλεπού. Τώρα θα πνιγούμε όλοι εξαιτίας του.
-Ας πούμε όλοι τι αμαρτίες έχει κάνει ο καθένας μας για να βρούμε ποιος φταίει, πρότεινε ο λύκος.
-Εντάξει, κουμπάρε, συμφώνησε η αλεπού. Θες ν' αρχίσεις;
-Ε, μη φανταστείτε ότι έχω κάνει και τίποτα σπουδαίες αμαρτίες, απάντησε αυτός. Μερικά αρνάκια έχω αρπάξει από το κοπάδι τους όταν δεν κοίταζε ο βοσκός, κάνα-δυο κατσίκια, τέτοια πράγματα. Όλοι οι βοσκοί με τρέμουν.
-Αμαρτίες τα λες αυτά; φώναξε η αλεπού. Απορώ και που τα ανέφερες. Δε φταις εσύ για τη φουρτούνα. Σειρά μου τώρα να σας πω τις αμαρτίες μου. Όχι ότι έχω κάνει και τίποτα σημαντικό: Μου αρέσει να κλέβω αυγά ή και ολόκληρες κότες, αν είμαι τυχερή. Όλοι οι χωρικοί λένε τ' όνομά μου με τρόμο.
-Μα αυτά δεν είναι αμαρτίες, κυρα-Μαριώ! αναφώνησε ο λύκος. Είναι δικαίωμά σου κι απόλυτα φυσιολογικό να θες να φας. Για πες μας κι εσύ όμως, κυρ Μέντιο, τι αμαρτίες έχεις κάνει;
-Εγώ, ξέρετε, έχω μια αμαρτία που βαραίνει τη συνείδησή μου. Κάθε μέρα, βρέξει-χιονίσει, δουλεύω ασταμάτητα. Μια μέρα λοιπόν, καθώς κουβαλούσα από το πρωί καφάσια φορτωμένα μαρούλια, λίγες ώρες μετά δεν άντεχα άλλο τον πειρασμό, γύρισα το κεφάλι μου προς τα πίσω κι έφαγα ένα τρυφερό μαρουλόφυλλο.
-Έφαγες το μαρουλόφυλλο!
Δίχως λάδι, δίχως ξίδι!
Κι είμαστ' ακόμα ζωντανοί
σε τούτο το ταξίδι!
-Δε γίνεται, πρέπει να σε φάμε. Μόνο έτσι θα εξιλεωθείς για την αμαρτία σου και δε θα πνιγούμε.
Ας το κάνω κι εγώ σαν το Τζιάνι Ροντάρι (αν και η ιστορία δεν είναι δική μου). Θα σας γράψω δύο διαφορετικές εκδοχές του τέλους, και μπορείτε να διαλέξετε όποια σας αρέσει καλύτερα.
Α΄ εκδοχή:
Ο γάιδαρος έσκυψε το κεφάλι ταπεινωμένος. Είχε έρθει η ώρα να πληρώσει για την αμαρτία του. Αρκετό καιρό πια του βάραινε τη συνείδηση το μαρουλόφυλλο. Καθώς όρμησαν οι κουμπάροι του πάνω του, δεν έκανε καμιά κίνηση να αντισταθεί. Έτσι επαληθεύτηκε η προφητεία της αλεπούς: Η επόμενη μέρα βρήκε αυτήν και το λύκο χορτάτους.
Β΄ εκδοχή:
-Το βλέπω πως πρέπει να πεθάνω, είπε ο γάιδαρος. Η αμαρτία μου είναι πράγματι πολύ μεγάλη. Πριν με σκοτώσετε όμως, ικανοποιήστε μου μία τελευταία επιθυμία. Έχει γράψει ο θείος μου τη διαθήκη του σε ένα από τα πίσω μου πέταλα και πάντα αναρρωτιόμουνα αν είχε σκεφτεί να μου αφήσει κάτι. Δυστυχώς δε φτάνω να δω. Κάντε μου τη χάρη να μου διαβάσετε τι γράφει, και θα πεθάνω ευχαριστημένος.
Πριν προλάβει να τον σταματήσει η αλεπού, ο λύκος έσκυψε να διαβάσει. Με μια κλοτσιά ο γάιδαρος τον έστειλε έξω από τη βάρκα. Αμέσως μετά πήρε σειρά και η κυρα-Μαριώ. Έτσι έμεινε ο γάιδαρος μόνος επιβάτης της βάρκας. Έπιασε τα κουπιά, και με κόπο την οδήγησε στην ασφάλεια. Στη συνέχεια μπόρεσε να κάνει την κρουαζιέρα του με την ησυχία του. Πραγματικά την απόλαυσε!
Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011
Η αλεπού, ο λύκος κι ο γάιδαρος
Ετικέτες
αλεπού,
γάιδαρος,
Ελλάδα,
λύκος,
μύθος,
οικονομική κρίση,
παραμύθι,
ποιος φταίει
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Έγραψα αυτή την ιστορία από μνήμης και δε θυμάμαι καν πού την είχα βρει. Ενδεχομένως σε ένα από τα παλιότερα Ανθολόγια του Δημοτικού. Δεν είμαι σίγουρη για το συγγραφέα, υποθέτω όμως ότι είναι λαϊκό παραμύθι. Για μύθος του Αισώπου μου φαίνεται πολύ μεγάλο. Το αρχικό τέλος είναι, φυσικά, το δεύτερο. Για να δούμε ποιο θα είναι το τέλος του αντίστοιχου παραμυθιού που εξελίσσεται ολοένα στην Ελλάδα... Μοιάζει να πλησιάζει ανησυχητικά προς το πρώτο...
ΑπάντησηΔιαγραφήΜπράβω, Ευγενία !
ΑπάντησηΔιαγραφήΜ΄αρέσει το παραμύθι. Βέβαια προτιμώ το δεύτερο τέλος, διοτί παρέχει
την ας πούμε ελληνική λύση: η πονηριά του γαιδουριού νικάει την πονηριά της αλεπούς.
Δίδαγμα: αξίζει να είσαι πονηρός.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει ...
Δεν ξέρουμε που θα φτάσουμε, ούτε ξέρουμε πως το λένε το καράβι που ταξιδεύει, ούτε ξέρουμε για την επιβίωση του γαιδαριού.
giati Mariw parakalw i alepou???? diamarturomai!
ΑπάντησηΔιαγραφήΠαραδοσιακά, Μαράκι! Παραδοσιακά...
ΑπάντησηΔιαγραφή